Παραμένω, έτσι, ένας ιδιώτης απαρηγόρητος που δεν καταφέρνει να ανήκει πουθενά, σε καμία κοινότητα,ούτε καν των ποιητών....

(Οδ. Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά)

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Το χαμόγελο της Τζοκόντα








Αινίγματα κρυμμένα στις γραμμές του προσώπου σου,
Μυστικό ή πλάνη; - Κανείς δεν ξέρει!
Με θωρείς στο ημίφως,
Στα μάτια σου αντανακλά το χάος της κοσμογονίας.

Σα το χαμόγελο της Τζοκόντα,
Γλυκιά προσμονή, ελπίδα, σκέψη κρυφή
η ελπίδα της δημιουργίας, η προσμονή του νέου
ένας δρόμος για τον διαβάτη του χρόνου.

Στο πινέλο του Δημιουργού προσκύνημα
η γλυκειά σου μορφή- ω Δέσποινα των Στεναγμών μου
τα χρώματά σου πλέκονται στα όνειρα
στο βάθος του ορίζοντα χάνεται η μορφή σου.

Με βλέμμα αινιγματικό και άφατο,
γίνεσαι αέρας, φως και πνοή
χαϊδεύεις της σκέψης τα πιο σκοτεινά σημεία
ξυπνάς κάθε κρυμμένη επιθυμία...

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014






Σαν από όνειρο σε θυμάμαι,
από το χέρι να με πιάνεις και να με οδηγείς,
πάνω από τις άπατες βουνοκορφές της Πίνδου
τις χιονισμένες πλαγιές του Ολύμπου και της Όσσας

Κάτω από ένα γαλάζιο ουρανό
και έναν ήλιο περίλαμπρο να μας λούζει,
από ψηλά να ατενίζεις το κάμπο της Θεσσαλίας
και να με ταξιδεύεις με την όστρια

Σε έχω ονειρευτεί να με παρασέρνεις,
πάνω από τις πλαγιές μανιασμένων ηφαιστείων
τις ξερολιθιές των Κυκλάδων
και τα αφρισμένα κύματα του Αιγαίου

Με το βλέμμα να δίνει υποσχέσεις,
Μάνα, αδερφή, σύζυγος όλα σε ένα
Και με λαλιά σαν των σειρήνων
Που ψάχνουν απεγνωσμένα τον Οδυσσέα

Μα ήταν μόνο ένα όνειρο,
Τώρα κείσαι νεκρή
Και πάνω σου περιφέρεται η Δόξα περίλυπη
Χωρίς στεφάνι, σιωπηλή....

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010




Μικρό ερωτικό παιχνίδισμα


Kοιτάζω τα μάτια σου,

έτσι απλά, μικρές ανταύγειες

τα άστρα καθρεφτίζονται στο καθάριο βλέμμα
σου
στο σκοτεινό ουρανό της νύχτας

Έτσι αγάπη μου, πώς μπορώ αλλιώς
από το να αγαπώ τον τρόπο που κοιτάς

να αγαπώ το παιχνίδισμα των βλεφάρων σου
να ακούω τον ήχο της σιωπής σου


Κάθε μέρα μ' αρέσεις πιο πολύ
σε κοιτώ και έτσι συνεχίζω να ζω
να κοιτώ πέρα από κει που το βλέμμα φτάνει

του αετού, το γαλάζιο του πελάγους


Έτσι αγάπη μου, πώς μπορώ αλλιώς
από το ν' αγαπώ κάθε τι που αγγίζεις
ν' αγαπώ όπου πατάς και όπου κοιτάς
ν' αγαπώ τον αέρα που σε περιβάλλει
!






Προχτές ήταν η τελευταία φορά που φιληθήκαμε, εκεί στο στενό μονοπάτι που σε πρωτο συνάντησα. Η σκέψη μου με σκοτώνει αυτή τη στιγμή της νύχτας. Νιώθω τη ψυχή μου να φεύγει, το μυαλό μου να σαλεύει. Περπατάω μονάχος στην άδεια και έρημη πλατεία, ακούω μόνο το μονότονο ήχο της σιωπής, της πολιτείας που ετοιμάζεται για μία ακόμη ημέρα ώσπου να δύσει ξανά ο ήλιος και να ανατείλει. Έτσι ήταν και αυτό που είχαμε μεταξύ μας. Ανέτειλε από το πουθενά, και στη συνέχεια έδυσε χωρίς να αγγίξει τις ψυχές μας, χωρίς να αναρωτηθούμε γιατί και πως. Έτσι απλά, μία μέρα αποφασίσαμε και τελειώσαμε. Αλλά και αν υπήρχε κάτι, αυτό το ποδοπάτησε το άγχος, τα νεύρα αυτά που θα μας βασανίζουν όσο ακολουθούμε αυτό τον κύκλο.
Η σκέψη αυτή μόνο με κάνει να τρελαίνομαι. Ίσως γεννήθηκα σε λάθος εποχή, ίσως οι ρυθμοί που μας επιβάλλει η καθημερινότητα είναι απλώς η δόση μας για να συνεχίζουμε σε αυτό το ατελείωτο Νιρβάνα που βρισκόμαστε. Στο πουθενά! Σε ένα αδιέξοδο που η ζωή μας συνάντησε και εκεί δεν αναρωτηθήκαμε τι υπάρχει πίσω από τον τοίχο. Ίσως η σκέψη μου να έχει σαλέψει, ίσως να φταίει και η νύχτα. Τη μέρα τα πράγματα θα είναι διαφορετικά.
Πάλι στον ίδιο το ρυθμό, θα σηκωθείς τα χαράματα , θα πιεις τον πικρό καφέ και θα βλαστημήσεις πάλι οδηγώντας στο δρόμο για τη δουλειά. Θα γυρίσεις στη ώρα σου να φας και θα πέσεις κουρασμένη στο κρεβάτι Και να είσαι και τυχερή που μπορεί να βρεις και κάποιον τυχαίο να ικανοποιήσετε και αυτό το τελευταίο που και τα ζώα το κάνουν. Νύχτα έπεσε…

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010


Μοιάζεις.....

Μοιάζεις σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι,
Λαμπερό και διάφανο, χωρίς ψεγάδι
Μπροστά σου οι σκιές χάνονται στο άπειρο
Και οι μορφές διαγράφονται καθαρά

Μοιάζεις με βροχή ζεστή καλοκαιρινή,
Που ξεδιψάει τη στέρφα γη
Μέσα από τα πεύκα τα αγέρωχα
Τους θάμνους και τα απόμερα κυκλάμινα κυλάς

Μοίαζεις με σύννεφο γκρίζο,
Μορφή φευγαλέα σε χειμωνιάτικο ουρανό
Από ατμούς και αέρα φτιαγμένη,
Του ανέμου κόρη

Μοιάζεις με το χιόνι το λευκό,
Καθάριο, κρυστάλλινο
Που τη κοιμισμένη γη εξαγνίζει,
Προάγγελος της άνοιξης.

Όνειρο....
Ιδέα.....
Σκέψη .........

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010






Νυχτερινό


Σκοτάδι.. Η νύχτα άπλωσε ξανά το μονότονό της πέπλο πάνω από την κοιμισμένη πολιτεία. Περπατάω στα σκοτεινά μονοπάτια, πίσω από τα δένδρα που στέκουν σαν κοιμισμένοι φρουροί ενός κάστρου ερειπωμένου από το χρόνο. Είναι μεσάνυχτα αλλά ο χρόνος δεν κυλά. Σταματημένα τα ρολόγια και οι ψυχές περπατούν στο δρόμο που χάραξαν οι πρωτοπόροι.

Ησυχία! Μπροστά από το φως σε αρρωστημένο κρεβάτι με θωρείς. Πόρνη της Βαβυλώνας με το λευκό σου κορμί να παίζει με τις αχτίδες του φεγγαριού. Ένα φεγγάρι γιομάτο αίμα και υποσχέσεις πως κάποτε ο δρόμος θα έρθει και θα ισιώσει. Πως κάποτε η σκέψη θα πάψει να βασανίζεται κάτω από τη λάσπη και τη βρώμα των υπονόμων. Το χέρι σου τρέμει καθώς πιάνει το τσιγάρο. Δεν μιλάς. Ανάβεις το πρώτο.
Μέσα από τον καπνό, η μυρωδιά της ανάσας σου. Σε έζωσαν οι σκέψεις αλλά ο κλοιός δεν μπορεί να σπάσει. Είναι οι αλυσίδες που σε κρατούν ζωντανή, που σε άφησαν να προχωρήσεις αλλά δεν σου έδειξαν το δρόμο. Τι να πει κανείς; Οι ώρες είναι εκεί ψυχρές, κυλούν, σταματούν, παίζουν με τους ανθρώπους, με τα όνειρα, με τις ιδέες.

Προχωράω προς την άδεια πλατεία. Στα παγκάκια χαραγμένες οι καρδιές, οι λέξεις που δεν ξεστόμισες, που δεν σου είπαν ποτέ. Από τη μάνα σου έμαθες πώς να σκοτώνεις τα όνειρα, πώς η ψυχή σου παιδική και άβγαλτη ξεζουμίστηκε και ποδοπατήθηκε γιατί τόλμησες να ρωτήσεις το "γιατί". Γιατί τόλμησες να απλώσεις το χέρι για να κόψεις το μήλο από τον κήπο της Εδέμ και σε έδιωξαν.
Άκου.. Είναι οι φωνές αυτών που έφυγαν. Οι μνήμες είναι νωπές, το χώμα ακόμη σκαμμένο. Μεσάνυχτα και αργεί να ξημερώσει. Στο ξημέρωμα όλα φαίνονται τα ίδια.

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010





ΙΙ. ΛΕΒΑΝΤΕΣ


ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΦΑΕΘΩΝΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑ ΠΑΘΟΥΣ, ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΛΑΞΕΥΕΙ ΣΕ ΒΡΑΧΟ ΣΤΙΛΒΟΝΤΑ


H κόρη με τα κρίνα, χάραγμα ενός κοιμισμένου πλατάνου στην πλατεία κάποιου ερειπωμένου από το Χρόνο χωριού. Πυρός αναστέναγμα εύοσμον αεικίνητον αλαλάζει ωσάν βαρβάρων κίβδηλες ιαχές σε μια ένοχη σιωπή τριών χιλιάδων ετών. Προσοίωνη εύελπις ως τάλαντο χάλκινο προσαπτόμενο σε μια αφανή συναλλαγή ιδεών και χρωμάτων. Δεν πρέπει ωστόσο να σιωπήσω. Φθόγγοι συνεχόμενοι που έρπουν υπό το φως τρεμάμενης φλόγας, ζητούν δικαίωση από το στόμα του δημιουργού, απ' τα χέρια του τεχνίτη απλά, εύροα, ανεξίτηλα.

Σαράντα μέρες μέτρησα από το θάνατο της Άνοιξης. Μέσα στο ντουλάπι μου υπάρχει εκείνο το μαύρο παλτό με τους λεκέδες από κρέμα πικρίας που μου άφησες. Μια αναλαμπή στο φως της αφανούς κάμαρας αρκεί να ξεπροβάλλει κάθε ελάχιστο έντομο που παραμονεύει στο σκοτάδι. Ένα ποτήρι από κρασί μαργαρίτας με γεύση οπίου και με την αίσθηση του τέλειου κενού στο χάος του Ουρανού. Εκεί που έχει πανσέληνο η γη τρεις φορές θα ανθίσει καρπούς αγριόμηλων με αγκάθια από τσουκνίδες. Κρέμεται ο τρελός από το δέντρο, τα πόδια του ίπτανται πάνω από τα χέρια των απελπισμένων.

Σχεδίασα ένα κύκλο στο χώμα και στο κέντρο έβαλα ένα τριαντάφυλλο. Αυτοί που πολέμησαν γύρισαν από το μέτωπο με τα πρόσωπα διάφανα, με τα ξέπλεκα μαλλιά και με πόδια πρησμένα από τις κακουχίες. Σήμα νεκρών εστί δάφνης απάνθισμα. Παράσημα φορούν τις λέξεις και τρέφονται με λάσπες από τους υπονόμους. Εμπρός λοιπόν! Προς το ποτάμι να πλύνετε σε ροδόνερο τα χέρια και να κορέσετε τις πληγές σας.

Μάζεψα τα γράμματα από το συρτάρι του γραφείου μου, έχτισα δύο πύργους έναν στο Λυκαβητό και έναν στην Πάρνηθα. Δύο φρουροί μιας αιώνιας πεμπτουσίας ανάκυκλος η οποία επαίρεται εκ του μηδενός αναιρείται λιόπυρος ενθάδε κείται επί χώματος υπό μαρμάρου λευκού από την Πεντέλη. Εκεί ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης θεμελίωσαν την Ακρόπολη των Αθηναίων. Λαλεί το μάρμαρο, λούζεται ύδωρ ιερό άλαλον λιώνει το λευκό πελαγίσιο άφρισμα. Στη γη αυτή ευεπίφορος ο στρατηγός που νίκες μετρά, ήττες υπολογίζει, νεκρούς τιμά.

Έτσι όπως ανακινούνται οι σκέψεις στρόβιλοι λέξεων πλημμυρίζουν κάθε κύτταρο, κάθε ελάχιστη αναπνοή. Είναι οι ώρες που μικραίνει η απουσία και σπάει κάθε γυάλινη ματαιοδοξία. Τότε μόνο γυρίζεις πίσω να κοιτάξεις και αναζητάς τα ίχνη από τα βήματα σου. Ένα άρωμα που ξεφτίζει καθώς κυνηγάει η μέλισσα το λουλούδι και το νερό να σβήσει τη φωτιά. Και μέσα από τις αντιθέσεις έρχεται η ενότητα ώριμη σαν το σταφύλι του Οκτώβρη αλλά συνάμα άγουρη σαν την άμωμη παρθένα, σαν τον έφηβο που ζητάει τη φωτιά, το κεραυνό, τη λάβα του αιγιοπελαγίτικου ηφαιστείου και την αντάρα της μανιασμένης θάλασσας. Από τη Θράκη ως την Κρήτη μυρίζει το χώμα της γης πατρώας, μυρίζει το πεύκο και το θυμάρι, μυρίζει η παπαρούνα και το μικρό κυκλάμινο.

Οι εικόνες είναι αποτυπώματα της φαντασίας ενός μικρού θεού. Αχ και να μπορούσα να πλάσω κόσμους με τούτα δω τα χέρια, όπως ο αγγειοπλάστης τα αγγεία. Να φτιάξω ένα κόσμο ήρεμο και ειρηνικό που όλα θα ταιριάζουν μεταξύ τους σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ένα κόσμο όλο αντιθέσεις που το ένα αντιμάχεται το άλλο. Ένα κόσμο ρευστό σαν το νερό που να προσπαθείς να του κλείσεις σε μια χούφτα αλλά να βρίσκει δρόμο από την ελάχιστη χαραμάδα. Ένα κόσμο γεμάτο πάθος σαν τη φωτιά που πότε σιγοκαίει πότε ανταριάζει πότε κατακαίει τα πάντα στο πέρασμά της και από τη στάχτη της ωστόσο να ξεπηδάει η ζωή. Έναν κόσμο αέρινο που όλα σχηματίζονται και ταυτόχρονα αποσυντίθενται σαν τα σύννεφα που τα παρασέρνει η κίνηση της Γης, που οι εικόνες ταυτόχρονα είναι και οι ψευδαισθήσεις, όπου και ο τρελός έχει τη λογική του. Να μπορούσα για μια στιγμή να γευτώ ένα κομμάτι από τον κάθε κόσμο!