Παραμένω, έτσι, ένας ιδιώτης απαρηγόρητος που δεν καταφέρνει να ανήκει πουθενά, σε καμία κοινότητα,ούτε καν των ποιητών....

(Οδ. Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά)

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010




Μικρό ερωτικό παιχνίδισμα


Kοιτάζω τα μάτια σου,

έτσι απλά, μικρές ανταύγειες

τα άστρα καθρεφτίζονται στο καθάριο βλέμμα
σου
στο σκοτεινό ουρανό της νύχτας

Έτσι αγάπη μου, πώς μπορώ αλλιώς
από το να αγαπώ τον τρόπο που κοιτάς

να αγαπώ το παιχνίδισμα των βλεφάρων σου
να ακούω τον ήχο της σιωπής σου


Κάθε μέρα μ' αρέσεις πιο πολύ
σε κοιτώ και έτσι συνεχίζω να ζω
να κοιτώ πέρα από κει που το βλέμμα φτάνει

του αετού, το γαλάζιο του πελάγους


Έτσι αγάπη μου, πώς μπορώ αλλιώς
από το ν' αγαπώ κάθε τι που αγγίζεις
ν' αγαπώ όπου πατάς και όπου κοιτάς
ν' αγαπώ τον αέρα που σε περιβάλλει
!






Προχτές ήταν η τελευταία φορά που φιληθήκαμε, εκεί στο στενό μονοπάτι που σε πρωτο συνάντησα. Η σκέψη μου με σκοτώνει αυτή τη στιγμή της νύχτας. Νιώθω τη ψυχή μου να φεύγει, το μυαλό μου να σαλεύει. Περπατάω μονάχος στην άδεια και έρημη πλατεία, ακούω μόνο το μονότονο ήχο της σιωπής, της πολιτείας που ετοιμάζεται για μία ακόμη ημέρα ώσπου να δύσει ξανά ο ήλιος και να ανατείλει. Έτσι ήταν και αυτό που είχαμε μεταξύ μας. Ανέτειλε από το πουθενά, και στη συνέχεια έδυσε χωρίς να αγγίξει τις ψυχές μας, χωρίς να αναρωτηθούμε γιατί και πως. Έτσι απλά, μία μέρα αποφασίσαμε και τελειώσαμε. Αλλά και αν υπήρχε κάτι, αυτό το ποδοπάτησε το άγχος, τα νεύρα αυτά που θα μας βασανίζουν όσο ακολουθούμε αυτό τον κύκλο.
Η σκέψη αυτή μόνο με κάνει να τρελαίνομαι. Ίσως γεννήθηκα σε λάθος εποχή, ίσως οι ρυθμοί που μας επιβάλλει η καθημερινότητα είναι απλώς η δόση μας για να συνεχίζουμε σε αυτό το ατελείωτο Νιρβάνα που βρισκόμαστε. Στο πουθενά! Σε ένα αδιέξοδο που η ζωή μας συνάντησε και εκεί δεν αναρωτηθήκαμε τι υπάρχει πίσω από τον τοίχο. Ίσως η σκέψη μου να έχει σαλέψει, ίσως να φταίει και η νύχτα. Τη μέρα τα πράγματα θα είναι διαφορετικά.
Πάλι στον ίδιο το ρυθμό, θα σηκωθείς τα χαράματα , θα πιεις τον πικρό καφέ και θα βλαστημήσεις πάλι οδηγώντας στο δρόμο για τη δουλειά. Θα γυρίσεις στη ώρα σου να φας και θα πέσεις κουρασμένη στο κρεβάτι Και να είσαι και τυχερή που μπορεί να βρεις και κάποιον τυχαίο να ικανοποιήσετε και αυτό το τελευταίο που και τα ζώα το κάνουν. Νύχτα έπεσε…

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010


Μοιάζεις.....

Μοιάζεις σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι,
Λαμπερό και διάφανο, χωρίς ψεγάδι
Μπροστά σου οι σκιές χάνονται στο άπειρο
Και οι μορφές διαγράφονται καθαρά

Μοιάζεις με βροχή ζεστή καλοκαιρινή,
Που ξεδιψάει τη στέρφα γη
Μέσα από τα πεύκα τα αγέρωχα
Τους θάμνους και τα απόμερα κυκλάμινα κυλάς

Μοίαζεις με σύννεφο γκρίζο,
Μορφή φευγαλέα σε χειμωνιάτικο ουρανό
Από ατμούς και αέρα φτιαγμένη,
Του ανέμου κόρη

Μοιάζεις με το χιόνι το λευκό,
Καθάριο, κρυστάλλινο
Που τη κοιμισμένη γη εξαγνίζει,
Προάγγελος της άνοιξης.

Όνειρο....
Ιδέα.....
Σκέψη .........

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010






Νυχτερινό


Σκοτάδι.. Η νύχτα άπλωσε ξανά το μονότονό της πέπλο πάνω από την κοιμισμένη πολιτεία. Περπατάω στα σκοτεινά μονοπάτια, πίσω από τα δένδρα που στέκουν σαν κοιμισμένοι φρουροί ενός κάστρου ερειπωμένου από το χρόνο. Είναι μεσάνυχτα αλλά ο χρόνος δεν κυλά. Σταματημένα τα ρολόγια και οι ψυχές περπατούν στο δρόμο που χάραξαν οι πρωτοπόροι.

Ησυχία! Μπροστά από το φως σε αρρωστημένο κρεβάτι με θωρείς. Πόρνη της Βαβυλώνας με το λευκό σου κορμί να παίζει με τις αχτίδες του φεγγαριού. Ένα φεγγάρι γιομάτο αίμα και υποσχέσεις πως κάποτε ο δρόμος θα έρθει και θα ισιώσει. Πως κάποτε η σκέψη θα πάψει να βασανίζεται κάτω από τη λάσπη και τη βρώμα των υπονόμων. Το χέρι σου τρέμει καθώς πιάνει το τσιγάρο. Δεν μιλάς. Ανάβεις το πρώτο.
Μέσα από τον καπνό, η μυρωδιά της ανάσας σου. Σε έζωσαν οι σκέψεις αλλά ο κλοιός δεν μπορεί να σπάσει. Είναι οι αλυσίδες που σε κρατούν ζωντανή, που σε άφησαν να προχωρήσεις αλλά δεν σου έδειξαν το δρόμο. Τι να πει κανείς; Οι ώρες είναι εκεί ψυχρές, κυλούν, σταματούν, παίζουν με τους ανθρώπους, με τα όνειρα, με τις ιδέες.

Προχωράω προς την άδεια πλατεία. Στα παγκάκια χαραγμένες οι καρδιές, οι λέξεις που δεν ξεστόμισες, που δεν σου είπαν ποτέ. Από τη μάνα σου έμαθες πώς να σκοτώνεις τα όνειρα, πώς η ψυχή σου παιδική και άβγαλτη ξεζουμίστηκε και ποδοπατήθηκε γιατί τόλμησες να ρωτήσεις το "γιατί". Γιατί τόλμησες να απλώσεις το χέρι για να κόψεις το μήλο από τον κήπο της Εδέμ και σε έδιωξαν.
Άκου.. Είναι οι φωνές αυτών που έφυγαν. Οι μνήμες είναι νωπές, το χώμα ακόμη σκαμμένο. Μεσάνυχτα και αργεί να ξημερώσει. Στο ξημέρωμα όλα φαίνονται τα ίδια.

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010





ΙΙ. ΛΕΒΑΝΤΕΣ


ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΦΑΕΘΩΝΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑ ΠΑΘΟΥΣ, ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΛΑΞΕΥΕΙ ΣΕ ΒΡΑΧΟ ΣΤΙΛΒΟΝΤΑ


H κόρη με τα κρίνα, χάραγμα ενός κοιμισμένου πλατάνου στην πλατεία κάποιου ερειπωμένου από το Χρόνο χωριού. Πυρός αναστέναγμα εύοσμον αεικίνητον αλαλάζει ωσάν βαρβάρων κίβδηλες ιαχές σε μια ένοχη σιωπή τριών χιλιάδων ετών. Προσοίωνη εύελπις ως τάλαντο χάλκινο προσαπτόμενο σε μια αφανή συναλλαγή ιδεών και χρωμάτων. Δεν πρέπει ωστόσο να σιωπήσω. Φθόγγοι συνεχόμενοι που έρπουν υπό το φως τρεμάμενης φλόγας, ζητούν δικαίωση από το στόμα του δημιουργού, απ' τα χέρια του τεχνίτη απλά, εύροα, ανεξίτηλα.

Σαράντα μέρες μέτρησα από το θάνατο της Άνοιξης. Μέσα στο ντουλάπι μου υπάρχει εκείνο το μαύρο παλτό με τους λεκέδες από κρέμα πικρίας που μου άφησες. Μια αναλαμπή στο φως της αφανούς κάμαρας αρκεί να ξεπροβάλλει κάθε ελάχιστο έντομο που παραμονεύει στο σκοτάδι. Ένα ποτήρι από κρασί μαργαρίτας με γεύση οπίου και με την αίσθηση του τέλειου κενού στο χάος του Ουρανού. Εκεί που έχει πανσέληνο η γη τρεις φορές θα ανθίσει καρπούς αγριόμηλων με αγκάθια από τσουκνίδες. Κρέμεται ο τρελός από το δέντρο, τα πόδια του ίπτανται πάνω από τα χέρια των απελπισμένων.

Σχεδίασα ένα κύκλο στο χώμα και στο κέντρο έβαλα ένα τριαντάφυλλο. Αυτοί που πολέμησαν γύρισαν από το μέτωπο με τα πρόσωπα διάφανα, με τα ξέπλεκα μαλλιά και με πόδια πρησμένα από τις κακουχίες. Σήμα νεκρών εστί δάφνης απάνθισμα. Παράσημα φορούν τις λέξεις και τρέφονται με λάσπες από τους υπονόμους. Εμπρός λοιπόν! Προς το ποτάμι να πλύνετε σε ροδόνερο τα χέρια και να κορέσετε τις πληγές σας.

Μάζεψα τα γράμματα από το συρτάρι του γραφείου μου, έχτισα δύο πύργους έναν στο Λυκαβητό και έναν στην Πάρνηθα. Δύο φρουροί μιας αιώνιας πεμπτουσίας ανάκυκλος η οποία επαίρεται εκ του μηδενός αναιρείται λιόπυρος ενθάδε κείται επί χώματος υπό μαρμάρου λευκού από την Πεντέλη. Εκεί ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης θεμελίωσαν την Ακρόπολη των Αθηναίων. Λαλεί το μάρμαρο, λούζεται ύδωρ ιερό άλαλον λιώνει το λευκό πελαγίσιο άφρισμα. Στη γη αυτή ευεπίφορος ο στρατηγός που νίκες μετρά, ήττες υπολογίζει, νεκρούς τιμά.

Έτσι όπως ανακινούνται οι σκέψεις στρόβιλοι λέξεων πλημμυρίζουν κάθε κύτταρο, κάθε ελάχιστη αναπνοή. Είναι οι ώρες που μικραίνει η απουσία και σπάει κάθε γυάλινη ματαιοδοξία. Τότε μόνο γυρίζεις πίσω να κοιτάξεις και αναζητάς τα ίχνη από τα βήματα σου. Ένα άρωμα που ξεφτίζει καθώς κυνηγάει η μέλισσα το λουλούδι και το νερό να σβήσει τη φωτιά. Και μέσα από τις αντιθέσεις έρχεται η ενότητα ώριμη σαν το σταφύλι του Οκτώβρη αλλά συνάμα άγουρη σαν την άμωμη παρθένα, σαν τον έφηβο που ζητάει τη φωτιά, το κεραυνό, τη λάβα του αιγιοπελαγίτικου ηφαιστείου και την αντάρα της μανιασμένης θάλασσας. Από τη Θράκη ως την Κρήτη μυρίζει το χώμα της γης πατρώας, μυρίζει το πεύκο και το θυμάρι, μυρίζει η παπαρούνα και το μικρό κυκλάμινο.

Οι εικόνες είναι αποτυπώματα της φαντασίας ενός μικρού θεού. Αχ και να μπορούσα να πλάσω κόσμους με τούτα δω τα χέρια, όπως ο αγγειοπλάστης τα αγγεία. Να φτιάξω ένα κόσμο ήρεμο και ειρηνικό που όλα θα ταιριάζουν μεταξύ τους σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ένα κόσμο όλο αντιθέσεις που το ένα αντιμάχεται το άλλο. Ένα κόσμο ρευστό σαν το νερό που να προσπαθείς να του κλείσεις σε μια χούφτα αλλά να βρίσκει δρόμο από την ελάχιστη χαραμάδα. Ένα κόσμο γεμάτο πάθος σαν τη φωτιά που πότε σιγοκαίει πότε ανταριάζει πότε κατακαίει τα πάντα στο πέρασμά της και από τη στάχτη της ωστόσο να ξεπηδάει η ζωή. Έναν κόσμο αέρινο που όλα σχηματίζονται και ταυτόχρονα αποσυντίθενται σαν τα σύννεφα που τα παρασέρνει η κίνηση της Γης, που οι εικόνες ταυτόχρονα είναι και οι ψευδαισθήσεις, όπου και ο τρελός έχει τη λογική του. Να μπορούσα για μια στιγμή να γευτώ ένα κομμάτι από τον κάθε κόσμο!

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010


Δίλημμα

Έρχομαι κοντά σου,
Γιατι μακρυά θέλω να ταξιδέψω
Περπατάω στις κοιλάδες και τα όρη του κορμιού σου,
Σε χώρες από όνειρο φτιαγμένες
Στα σύννεφα που καλύπτουν τα μάτια σου
Αγναντεύω τα φεγγάρια του πόθου μου

Φεύγω μακρυά σου,
Γιατί κοντά σου θέλω να έρθω με τη σκέψη
Φοβάμαι το κάθε χτύπο της καρδιάς μου
Όταν αυτή θέλει να φύγει και να πετάξει
Σαν τα κορμιά μας γίνουν ένα
Μικρή μου αγαπημένη

Έρχομαι κοντά σου,
Γιατί πεθύμησα το άρωμα του κορμιού σου
Το δέρμα σου από αλάβαστρο και χιόνι
Τα χείλη σου η κούπα του έρωτά μου
Τα στήθη σου κοχύλια κρυφά από τη σπηλιά του Νηρέα
Στα μικρά χέρια σου ένας απέραντος κόσμος

Φεύγω μακρυά σου,
Γιατί η απουσία σου γεμίζει τη μέρα,
Και κοντά σου επιθυμώ να έρθω,
Με ένα τριαντάφυλλο, μια λέξη, μια ανάσα.

Ι. ΜΠΑΤΗΣ


ΛΑΛΟΣ ΠΑΝΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΟΠΟΙΟΣ
ΑΕΙ ΠΕΡΙΛΑΜΠΡΟΣ, ΝΥΝ ΕΠΙΠΟΛΗΣ AΓΓΙΖΕΙ

Σκληρές οι μέρες που περιδιαβαίνουν
που όσο και αν το θες να αγγίξεις, σου κόβεται το χέρι
Τρεις στους χτύπους της καρδιάς ματώνει το ρόδο
από τον κήπο της Εδέμ. Και πάλι αν αναζητήσεις
ένα γράμμα από το αλφαβητάρι της ζωής
καλύτερα να ξεκινήσεις προς το άπειρο
να φωνάξεις "Εύρηκα" μέσα στην έρημο των ψυχών μας.

Πέθαναν οι θεοί και στα απομεινάρια του θρόνου τους
ένας αετός τρέφεται με τα βιβλία που άφησαν.

Η σκέψη έχει τη δική της ουσία από άτομα και μόρια
που οι χημικοί αδυνατούν να καταλάβουν. Γοργά φεύγει,
γοργά και έρχεται.

Ξύπνα! Ήρθε η ώρα να φύγεις μακριά από εδώ.

Κάνοντας λάθη συνειδητοποιείς πως το ελάχιστο που έχεις να προσφέρεις
συνάμα είναι και το μέγιστο του "ευ" και του "δει".

Ο Αύγουστος ξέχασε τα σταφύλια του στο καλάθι μου,
αλλά πήρε τα φεγγάρια του μαζί με τα ηλιοκαμένα κορίτσια
και τα θαλασσινά παιχνιδίσματά τους.

Ω πόσο εύκολο θα ‘ταν αν μαζεύαμε κομμάτι κομμάτι τα θραύσματα
μιας ιουλιάτικης μέρας μαζί με το μπλε του Αιγαίου και τα κλείναμε
σε ένα συρτάρι για το χειμώνα.

Εύηχα τα κύματα μου ακούγονται όταν στους περίδρομους των μαιάνδρων
συναντάνε το σώμα του Ίκαρου και παιχνιδίζουν με τα φτερά του.

Εφτά φορές με αρνήθηκες. Γιατί;

Ανάδρομα τα γράμματα βγαίνουν από τα δάκτυλα ενός μεθυσμένου
που παραπατά σε ξένους κήπους ευωδιάζοντας του Μάρτη τις αντιφάσεις.
Ξένος στη δική σου γη, άγγελος δυσάρεστων αναμνήσεων αναμοχλεύεις μια αέναη εν μέσω παραδόξων παρουσία που σημαδεύει τον χάρτη της τσέπης σου.

Και η λύπη σφουγγίζει το μέλι από τους καρπούς της ηδονής.

Χτύπα στην πόρτα δυνατά, κάποιος θα βρεθεί να σου ανοίξει.

Οι λέξεις έχουν τη δική τους δύναμη. Ξεθωριάζουν τα μελάνια αλλά χαράζουν το δρόμο προς το Ευ και το Καλό. Και μέσα από την παρουσία τους διαπομπεύουν το Διόνυσο και τους πιστούς του.

Ταξίδι ξεκινάς αλλά ποτέ δεν περνάς από τη χώρα των Λωτοφάγων, τρέχει αίμα από τη όγδοη πληγή αλλά ποτέ δεν θα στάξει σε χώμα λευκό.

Αγάπη, ω αγάπη! Τι δύσκολο που είναι κανείς να σε καταλάβει. Πως ξεκινάς από το μηδέν για να φτάσεις ξανά στο μηδέν. Εκ του μηδενός τι αν γίγνεται;

Πύρινα μάρμαρα του Διός.

Ξέρω μονάχα λίγα πράγματα να σου πω, έτσι στα γρήγορα:
- Κάθε μέρα μετράς τις ώρες μέχρι να έρθει η επόμενη. Και όταν έρθει η επόμενη αναπολείς την χτεσινή.
- Κάθε γιορτή είναι ένα πάντρεμα της φωτιάς με το νερό. Σβήνει με λευκό το μαύρο και ανακατεύει την ώχρα στου αγνώστου τις προεκτάσεις.
- Κάθε ήχος αναλύεται σε μικρότατες αρμονικές που κάθε μια έχει τη δική της υπόσταση. Εσύ απολαμβάνεις το σύνολο και γεύεσαι το νέκταρ από δανεισμένη κούπα.

Να γεύεσαι την κάθε ουσία όταν συμφωνεί με την αίσθηση του γλυκού για σένα χωρίς να χάνεις το πικρό και το αλμυρό.

Περπατάω σε πέτρινο μονοπάτι και το φθινόπωρο μου μυρίζει φωτιά. Προσκυνά η Φύση στο βωμό του Κάτω Κόσμου μαζί με παρανάλωμα βροχής και ανάσες Αιόλου. Σε κάθε ελάχιστη κίνηση αντιγράφω τη ροή της ενέργειας στο "όλο" και από το "μερικό" αναζητώ τη μοναδική δόνηση που κάνει η πέτρα καθώς πέφτει σε μια ατάραχη λίμνη. Αυτό τον ήχο αν μπορέσεις να τον ακούσεις να είσαι ευτυχισμένος που υπάρχεις. Αν νιώσεις και τη δόνηση τίναξε τα ρούχα σου και πέσε γυμνός στη θάλασσα.

Χρυσόδρομες οι σκέψεις στροβιλίζονται στα κείμενα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, αναζητώντας να πετάξουν μακριά μέσα από τις μελωδίες του Γρηγοριανού Μέλους σε κάποιον αρχαιό παιάνα, ίσως και πιο μακρυά.

Τραγουδάει ο Μάης με τις νύφες των λουλουδιών, κινάει τα κύματα ανεμοποίκιλτα με ευεπίφορους διάσκελους βηματισμούς που αντικεντούν του Ηλίου τις αντανακλάσεις.

Κάθε αιγιοπελαγίτικο νησί
ένα βήμα του κραταιού Τάνταλου.

Ακουμπάνε οι βουνοκορφές τα πέπλα των θεών.

Αφρός κυμάτων, δελφίνι γοργόδρομος μηνύτωρ
αγγέλει το άκουσμα μιας νέας ημέρας.

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Ερωτικό

Ι.

Θα αρχίσω με ένα τραγούδι
Που κανείς δεν το χει ακούσει ή διαβάσει
Ούτε το μικρό κυκλάμινο που στους βράχους φυτρώνει
Ούτε η πεταλούδα που στα λουλούδια αναπαύεται
Ούτε οι κορφές οι απόμερες του Ολύμπου και της Όσσας.

Είναι η ψυχή μου που πάλλεται
Στα όρια του μυστικού του διάφανου νερού
Εκεί στα γαλάζια βάθη του Αιγαίου
Ή στις απόκρημνες πλαγιές της Κρήτης.

Έτσι πλέκουν οι ήχοι της θύμησής σου
Που το μυαλό αδυνατεί να υπολογίσει
Μια μελωδία σε ένα andante con brio
Που θα ζήλευαν οι μουσικοί και οι συνθέτες

ΙΙ.

Σίμωσαν οι φωνές που έκρυψα
Στα πιο κρυφά μου όνειρα
Γιατί ο χρόνος τελείωσε και έφτασε η ώρα
Να ακουστεί από τα χείλη η επιθυμία
Και ας θλίβεται η Αλήθεια με όλες τις κόρες της.
Μιλώ για σένα και για μένα
Με όλες τις λέξεις που η αγάπη απαιτεί
Η αγάπη όπως αρμόζει στους ανθρώπους
Όπως ταιριάζει στο χρώμα της ψυχής μου.
Έπαψαν οι σκιές να με βασανίζουν
Όπως λύγισαν τα πεύκα ένα καυτό Ιουλιάτικο μεσημέρι
Αλλά τα βράχια άντεξαν
Στο πέρασμα του Χρόνου.

Αγάπη που να ξεχύνεται, μοναδική αγάπη
όπως το ορμητικό ποτάμι μετά απ' τη καταιγίδα
όπως η λάβα που ξεπηδά από το μανιασμένο ηφαίστειο
όπως ο άνεμος στου Αιγαίου τα νησιά
και ψάχνει περάσματα στο λευκό και στο γαλάζιο.

ΙΙΙ.

Έτσι είναι η αγάπη που νιώθω για σένα που,
Να ζητάς το νερό και να γίνομαι ωκεανός
Να ζητάς τη φωτιά και να γίνομαι ηφαίστειο
Να ζητάς τη σπίθα και να γίνομαι κεραυνός
Να ζητάς τον αέρα και να γίνομαι τυφώνας.

Να σ' αγαπώ τόσο ώστε,
Όταν εσύ πίνεις εγώ να ξεδιψώ
Όταν εσύ τρως εγώ να χορταίνω
Όταν εσύ ξαπλώνεις εγώ να ξεκουράζομαι
Όταν εσύ κοιμάσαι εγώ να ονειρεύομαι
Για μας.

Αγάπη μία και μοναδική
Σαν το τετράφυλλο τριφύλλι στους κάμπους της Θεσσαλίας
Σαν το νερό της αθανασίας
Σαν το νέκταρ και την αμβροσία των θεών.

Να νιώθω εσένα όπως ο αέρας τα σύννεφα
Να νιώθω τους παλμούς σου όπως το νερό τα κύματα
Να νιώθω την ανάσα σου και να δροσίζομαι
Να νιώθω τα δάκρυά σου και να ξεδιψώ.

ΙV.

Σαν από μύθο που φωλιάζει στη σκέψη
Ενός Ορφέα που την Ευριδίκη αναζητά
Η αίσθηση του γλυκού και του πικρού
Που αφήνει το πέρασμα του αρώματός σου.

Έτσι θυμάμαι τα μάτια σου
Όπως τότε που με κοίταξαν στα σκοτεινά
Σαν μια ηχωδία που ανέμελα περιδιαβαίνει
Τη λογική και τους νόμους της.

Ζεις και νιώθω την παρουσία σου
Αν και μακριά όμως τόσο κοντά
Όπως το νερό που γλιστρά
Πάνω σε ένα τριαντάφυλλο του Απρίλη

Να προφέρω το όνομά σου
Ψιθυριστά σαν από κάποιο ψαλτήρι
Ζητώντας τη λύτρωση από όλα
Που έπαψαν να με συγκινούν.

Ω, αλήθεια πόσο ακριβά κοστίζει
Το βλέμμα σου να θυμάμαι
Που να γυρίζω από παντού
Και όμως να μην ξεφεύγω;

Ζητάω αυτό το ελάχιστο
Που όμως είναι το Α και το Ω
Το αλφαβητάρι του μικρού παιδιού
Και οι παραισθήσεις ενός τρελού.

V.

Aν γράφω για σένα
Είναι γιατί θέλω να έρθεις κοντά μου
Που δε θέλω τίποτα να δω ή να ακούσω
Παρά μόνο τον ήχο
Που κάνει ο άνεμος καθώς σου χαϊδεύει τα μαλλιά
Που κάνει η ελάχιστή σου αναπνοή.
Έτσι μετρώ για σένα την αγάπη
Όπως η άμμος σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί
Όπως το ελάχιστο θρόισμα των φύλλων
Όπως η κάθε αχτίδα μιας φεγγαρόλουστης
Αυγουστιάτικης νύχτας.

Και αν πάλι σταματώ να γράφω
Είναι γιατί ταξιδεύω
Στο μονοπάτι που χάραξες εσύ
Πάνω από καταρράκτες και γκρεμούς
Που τίποτα να μη φυτρώνει
Παρά μόνο απόμερα ένα λουλούδι
Της αγάπης μας.
Έτσι που τίποτα πια να μη σκέφτομαι
Παρά μόνο τους ήχους και τις αισθήσεις
Μόνο τις ώρες που αντίστροφα κυλούν
Μόνο τα δάκρυα
Και τις απουσίες.

VI.

Κοιτάω στο άπειρο
Εκεί στη θάλασσα που ανταριάζει
Στα νησιά σκοντάφτοντας των ανέμων
Κοιτάζω το νερό το κύμα
Το βυθό που χάνεται στο γαλάζιο και στο πράσινο.
Έτσι σε σκέφτομαι φυσικά
όπως το ρολόι κυλάει δεξιόστροφα
και η σκέψη πνίγεται κάπου εκεί
στην ομίχλη, στο πέρασμα του δελφινιού
Στον αέρα που φύσηξε εφτά
Και εφτά φορές τον αρνήθηκες
Στο κύμα που έβρεξε το σώμα σου
Και συ δεν τίναξες το αλάτι.
Κοιτάω λοιπόν προς τα δυτικά
Και σκέφτομαι εσένα και εμένα
Με τρόπο φυσικό, αγνό, ανεπηρέαστο
Όπως πρέπει και όπως εγώ θέλω.


VII.

Για σένα,
Έχω φυλάξει τις πιο κρυφές μου σκέψεις
Της αυγής τη δροσοσταλίδα
Και του γλυκοχαράματος τους ψιθύρους.

Για σένα έχω κρατήσει
Τις λέξεις που έχω πιότερο αγαπήσει
Το δάκρυ του Χριστού στο κήπο της Γεσθημανή
Και το λουλούδι της μυγδαλιάς που πρωτάνθισε στο χειμώνα.

Για σένα έχω ψιθυρίσει
Στα σύννεφα που τις βουνοκορφές σκεπάζουν
Στις εικόνες των Αγίων σε κάποιο νησιώτικο ξωκλήσσι
Στις φυλλωσιές των πεύκων μιας απόμερης παραλίας.

Για σένα επειδή σ' αγαπώ
επειδή εσύ είσαι ένα μαζί μου
και γω ένα με σένα!