Παραμένω, έτσι, ένας ιδιώτης απαρηγόρητος που δεν καταφέρνει να ανήκει πουθενά, σε καμία κοινότητα,ούτε καν των ποιητών....

(Οδ. Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά)

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010





ΙΙ. ΛΕΒΑΝΤΕΣ


ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΦΑΕΘΩΝΤΑ ΓΕΝΝΗΜΑ ΠΑΘΟΥΣ, ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΛΑΞΕΥΕΙ ΣΕ ΒΡΑΧΟ ΣΤΙΛΒΟΝΤΑ


H κόρη με τα κρίνα, χάραγμα ενός κοιμισμένου πλατάνου στην πλατεία κάποιου ερειπωμένου από το Χρόνο χωριού. Πυρός αναστέναγμα εύοσμον αεικίνητον αλαλάζει ωσάν βαρβάρων κίβδηλες ιαχές σε μια ένοχη σιωπή τριών χιλιάδων ετών. Προσοίωνη εύελπις ως τάλαντο χάλκινο προσαπτόμενο σε μια αφανή συναλλαγή ιδεών και χρωμάτων. Δεν πρέπει ωστόσο να σιωπήσω. Φθόγγοι συνεχόμενοι που έρπουν υπό το φως τρεμάμενης φλόγας, ζητούν δικαίωση από το στόμα του δημιουργού, απ' τα χέρια του τεχνίτη απλά, εύροα, ανεξίτηλα.

Σαράντα μέρες μέτρησα από το θάνατο της Άνοιξης. Μέσα στο ντουλάπι μου υπάρχει εκείνο το μαύρο παλτό με τους λεκέδες από κρέμα πικρίας που μου άφησες. Μια αναλαμπή στο φως της αφανούς κάμαρας αρκεί να ξεπροβάλλει κάθε ελάχιστο έντομο που παραμονεύει στο σκοτάδι. Ένα ποτήρι από κρασί μαργαρίτας με γεύση οπίου και με την αίσθηση του τέλειου κενού στο χάος του Ουρανού. Εκεί που έχει πανσέληνο η γη τρεις φορές θα ανθίσει καρπούς αγριόμηλων με αγκάθια από τσουκνίδες. Κρέμεται ο τρελός από το δέντρο, τα πόδια του ίπτανται πάνω από τα χέρια των απελπισμένων.

Σχεδίασα ένα κύκλο στο χώμα και στο κέντρο έβαλα ένα τριαντάφυλλο. Αυτοί που πολέμησαν γύρισαν από το μέτωπο με τα πρόσωπα διάφανα, με τα ξέπλεκα μαλλιά και με πόδια πρησμένα από τις κακουχίες. Σήμα νεκρών εστί δάφνης απάνθισμα. Παράσημα φορούν τις λέξεις και τρέφονται με λάσπες από τους υπονόμους. Εμπρός λοιπόν! Προς το ποτάμι να πλύνετε σε ροδόνερο τα χέρια και να κορέσετε τις πληγές σας.

Μάζεψα τα γράμματα από το συρτάρι του γραφείου μου, έχτισα δύο πύργους έναν στο Λυκαβητό και έναν στην Πάρνηθα. Δύο φρουροί μιας αιώνιας πεμπτουσίας ανάκυκλος η οποία επαίρεται εκ του μηδενός αναιρείται λιόπυρος ενθάδε κείται επί χώματος υπό μαρμάρου λευκού από την Πεντέλη. Εκεί ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης θεμελίωσαν την Ακρόπολη των Αθηναίων. Λαλεί το μάρμαρο, λούζεται ύδωρ ιερό άλαλον λιώνει το λευκό πελαγίσιο άφρισμα. Στη γη αυτή ευεπίφορος ο στρατηγός που νίκες μετρά, ήττες υπολογίζει, νεκρούς τιμά.

Έτσι όπως ανακινούνται οι σκέψεις στρόβιλοι λέξεων πλημμυρίζουν κάθε κύτταρο, κάθε ελάχιστη αναπνοή. Είναι οι ώρες που μικραίνει η απουσία και σπάει κάθε γυάλινη ματαιοδοξία. Τότε μόνο γυρίζεις πίσω να κοιτάξεις και αναζητάς τα ίχνη από τα βήματα σου. Ένα άρωμα που ξεφτίζει καθώς κυνηγάει η μέλισσα το λουλούδι και το νερό να σβήσει τη φωτιά. Και μέσα από τις αντιθέσεις έρχεται η ενότητα ώριμη σαν το σταφύλι του Οκτώβρη αλλά συνάμα άγουρη σαν την άμωμη παρθένα, σαν τον έφηβο που ζητάει τη φωτιά, το κεραυνό, τη λάβα του αιγιοπελαγίτικου ηφαιστείου και την αντάρα της μανιασμένης θάλασσας. Από τη Θράκη ως την Κρήτη μυρίζει το χώμα της γης πατρώας, μυρίζει το πεύκο και το θυμάρι, μυρίζει η παπαρούνα και το μικρό κυκλάμινο.

Οι εικόνες είναι αποτυπώματα της φαντασίας ενός μικρού θεού. Αχ και να μπορούσα να πλάσω κόσμους με τούτα δω τα χέρια, όπως ο αγγειοπλάστης τα αγγεία. Να φτιάξω ένα κόσμο ήρεμο και ειρηνικό που όλα θα ταιριάζουν μεταξύ τους σαν το κλειδί στην κλειδαριά. Ένα κόσμο όλο αντιθέσεις που το ένα αντιμάχεται το άλλο. Ένα κόσμο ρευστό σαν το νερό που να προσπαθείς να του κλείσεις σε μια χούφτα αλλά να βρίσκει δρόμο από την ελάχιστη χαραμάδα. Ένα κόσμο γεμάτο πάθος σαν τη φωτιά που πότε σιγοκαίει πότε ανταριάζει πότε κατακαίει τα πάντα στο πέρασμά της και από τη στάχτη της ωστόσο να ξεπηδάει η ζωή. Έναν κόσμο αέρινο που όλα σχηματίζονται και ταυτόχρονα αποσυντίθενται σαν τα σύννεφα που τα παρασέρνει η κίνηση της Γης, που οι εικόνες ταυτόχρονα είναι και οι ψευδαισθήσεις, όπου και ο τρελός έχει τη λογική του. Να μπορούσα για μια στιγμή να γευτώ ένα κομμάτι από τον κάθε κόσμο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου