Παραμένω, έτσι, ένας ιδιώτης απαρηγόρητος που δεν καταφέρνει να ανήκει πουθενά, σε καμία κοινότητα,ούτε καν των ποιητών....

(Οδ. Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά)

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010






Νυχτερινό


Σκοτάδι.. Η νύχτα άπλωσε ξανά το μονότονό της πέπλο πάνω από την κοιμισμένη πολιτεία. Περπατάω στα σκοτεινά μονοπάτια, πίσω από τα δένδρα που στέκουν σαν κοιμισμένοι φρουροί ενός κάστρου ερειπωμένου από το χρόνο. Είναι μεσάνυχτα αλλά ο χρόνος δεν κυλά. Σταματημένα τα ρολόγια και οι ψυχές περπατούν στο δρόμο που χάραξαν οι πρωτοπόροι.

Ησυχία! Μπροστά από το φως σε αρρωστημένο κρεβάτι με θωρείς. Πόρνη της Βαβυλώνας με το λευκό σου κορμί να παίζει με τις αχτίδες του φεγγαριού. Ένα φεγγάρι γιομάτο αίμα και υποσχέσεις πως κάποτε ο δρόμος θα έρθει και θα ισιώσει. Πως κάποτε η σκέψη θα πάψει να βασανίζεται κάτω από τη λάσπη και τη βρώμα των υπονόμων. Το χέρι σου τρέμει καθώς πιάνει το τσιγάρο. Δεν μιλάς. Ανάβεις το πρώτο.
Μέσα από τον καπνό, η μυρωδιά της ανάσας σου. Σε έζωσαν οι σκέψεις αλλά ο κλοιός δεν μπορεί να σπάσει. Είναι οι αλυσίδες που σε κρατούν ζωντανή, που σε άφησαν να προχωρήσεις αλλά δεν σου έδειξαν το δρόμο. Τι να πει κανείς; Οι ώρες είναι εκεί ψυχρές, κυλούν, σταματούν, παίζουν με τους ανθρώπους, με τα όνειρα, με τις ιδέες.

Προχωράω προς την άδεια πλατεία. Στα παγκάκια χαραγμένες οι καρδιές, οι λέξεις που δεν ξεστόμισες, που δεν σου είπαν ποτέ. Από τη μάνα σου έμαθες πώς να σκοτώνεις τα όνειρα, πώς η ψυχή σου παιδική και άβγαλτη ξεζουμίστηκε και ποδοπατήθηκε γιατί τόλμησες να ρωτήσεις το "γιατί". Γιατί τόλμησες να απλώσεις το χέρι για να κόψεις το μήλο από τον κήπο της Εδέμ και σε έδιωξαν.
Άκου.. Είναι οι φωνές αυτών που έφυγαν. Οι μνήμες είναι νωπές, το χώμα ακόμη σκαμμένο. Μεσάνυχτα και αργεί να ξημερώσει. Στο ξημέρωμα όλα φαίνονται τα ίδια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου